Δημήτρης Κανελλόπουλος: Ο αστρίτης, ο Καρράς, ο Τάσης…

Φιλόλογος, εκδότης του καλού περιοδικού Οροπέδιο και ποιητής ο Δημήτρης Κανελλόπουλος ξαφνιάζει ευχάριστα ως πεζογράφος με τη συλλογή διηγημάτων Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες (εκδ. Κίχλη, 2018). Το διήγημα, θεμέλιο της νεοελληνικής πεζογραφίας και σχεδόν ιδιομορφία ελληνική, ωθείται στο παραγώνι της εθνικής εστίας, χλωμό απέναντι στο φιλόδοξο μυθιστόρημα και στα νεωτεριστικά υποκοριστικά «μικρή φόρμα», «φράκταλ», πάτσγουορκ…

Τα δέκα διηγήματα της συλλογής είναι ποιοτικώς άνισα, όλα όμως έχουν κάτι να μας πουν για τον πολιτισμό μας, για τον εθνικό μας χαρακτήρα και το ασυνείδητο. Ο γενέθλιος τόπος του συγγραφέα, το κεφαλοχώρι Νεμούτα της ορεινής Ηλείας, στα σύνορα με την Αρκαδία, ορίζεται από πλήθος τοπωνυμίων και αναφορές. Το «παρόν» είναι ο μετεμφύλιος με τα τραύματα διακριτά όσο και διακριτικά, οι παιδικές αναμνήσεις του συγγραφέα και η ζωντανή παράδοση μέσα από τις αφηγήσεις δυο προηγούμενων γενεών – «ζωντανοί» γιατί ο χρόνος δεν έτρεχε τότε όπως σήμερα. Υπάρχουν π.χ. αναφορές στο μεταναστευτικό κύμα του ’60 («Terra Australis Incognita» κ.α.), όπως και ιστορίες με συνδηλώσεις προπολεμικές χωρίς ακριβή χρονικό προσδιορισμό – και είναι από τις καλύτερες νομίζω.

Οπωσδήποτε, η παρεξήγηση –η συκοφάντηση μάλλον– της ηθογραφίας παίρνει μια ακόμα απάντηση με τις ιστορίες του Δ. Κανελλόπουλου. Ούτε φολκλόρ προβάλλουν, ούτε «επιστροφή στις ρίζες» προπαγανδίζουν, ούτε παραδοσιολατρεία ή αισθητικό λαϊκισμό πριμοδοτούν, έστω και αν δεν μοντερνίζουν. Προβάλλουν έναν κόσμο χθεσινό, βέβαια, με όλα τα αρχαϊκά στοιχεία της νεοελληνικής ζωής, με διάθεση ελεγειακή, όπου όμως η νοσταλγία δεν αναφέρεται στις κοινωνικές δομές και τις πίστεις, αλλά στο ανθρώπινο ήθος και την έκφρασή του, τη λαϊκή γλώσσα και τη φαντασία, στην αδρότητα των χαρακτήρων και τα ύφη των απλών ανθρώπων.

Ο συγγραφέας δηλώνει (οπισθόφυλλο) ότι αντιδρά «στη φθορά των ήχων, των λέξεων, των εικόνων», αλλά απορρίπτει τον «εξωραϊσμό της μνήμης». «[…] Ανασύροντας ιστορίες από το παρελθόν, επιδίωξα να περιγράψω έναν κόσμο πραγματικό, που πολύ απέχει από την εικόνα που δημιουργεί η νοσταλγική αναπόληση· έναν κόσμο σκληρό, που διακατεχόταν από πάθη και ένστικτα σκοτεινά, αλλά συνάμα διέθετε απλότητα και ομορφιά που έχουν εκλείψει στις μέρες μας».

Πράγματι, δεν εξωραΐζονται η καθυστέρηση, ο πρωτογονισμός, η δεισιδαιμονία, η συντήρηση, ούτε παραγνωρίζεται η ανάγκη της αλλαγής. Ίσα-ίσα υπογραμμίζεται ο αγώνας, η ορμή της προόδου – στην ποσοτική, υλική της έννοια έστω. Η προσπάθεια είναι ατομική, οικογενειακή το πολύ-πολύ – αυτή είναι η πραγματικότητα χωρίς εξωραϊσμό και ιδεοληψίες. Το ανταγωνιστικό άτομο δεν είναι κατ’ ανάγκη αντικοινωνικό. Ο ανταγωνισμός φτάνει στα όρια, αλλά αναγνωρίζει και όρια κάποτε.

Από την άποψη αυτή αλλά και από κάθε άποψη, θα έλεγα, ξεχωρίζει το διήγημα «Ο Τάσης Βασκαντήρας»: ιστορία δομημένη άριστα, με χαρακτήρες έκτυπους, επεισόδια πολυεπίπεδα που οδηγούν σε τραγική κορύφωση με ισορροπία ηθο-κοινωνική, διάλογο πειστικότατο και ήπιο τέλος. Και φύση σε όλο της το μεγαλείο και την αδιαφορία της.

Κοινωνιολογώντας, μπορούμε να δούμε στον κεντρικό ήρωα (τον Τάση) τον καπάτσο επαρχιακό έμπορο της ηρωικής περιόδου, μιας πατριαρχικής αστικής ανόδου, αλλά και το ύφος της «πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου» στο χωριό (αναφορά στα 200 χρόνια από τη γέννηση του Μαρξ).

Τοπωνύμια, ονόματα και παρατσούκλια, λεξιλόγιο με κάμποσες ιδιωματικές λέξεις και εκφράσεις δίνουν αναπαραστατική δύναμη στις ιστορίες αυτές με το βουνήσιο σθένος και το άρωμα. Παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου και Γλωσσάρι με καμιά εκατοσταριά λέξεις, κάποτε και με ενδιαφέρουσες εξηγήσεις, όπως για τη λέξη «ανασκελάς» π.χ.

Στο ποίημά του «Γενάρχαι καθ’ οδόν» στη συλλογή Κλίνη Σπόρου, Καλή (2009), ο Δ. Κανελλόπουλος παραθέτοντας ονόματα προσώπων από τις παιδικές του αναμνήσεις, συνοψίζει:
μια βουερή γενιά που βγαίνει αθόρυβα / μέσα απ’ τη σκόνη του παλιού καιρού…

Όλο και πιο μακρινές είναι οι λέξεις και τα ονόματα από τη φρίκη του εμφυλίου. Το τραύμα δεν αιμάσσει πια, όμως η ουλή σημαδεύει. Στα ολιγόστιχα ποιήματα που ακολουθούν έρχεται μόνο μακρινός απόηχος από σκληρές αναμνήσεις: «Στιγμές 1962», «Επανάληψις 1963», «Στιγμή του 1959», «Στιγμή στον Λυκουρέσι», «Περιστατικό καταγεγραμμένο», «Οι άλλοι», «Διέλευση», «Το Χρέος». Δεν με παίρνει ο χώρος να αντιγράψω επιγραμματικούς έστω στίχους, όπως αυτοί οι δυο τελευταίοι στο «Χρέος»:
[…] Κανείς δεν θα μιλήσει πια / με το μαχαίρι…

Μια δεκαετία από τότε, στα διηγήματα αποφεύγεται κατά το δυνατόν η (εμφυλιο)πολεμική αναφορά. Στην ειρήνη, η κακουργία και η κακότητα προσαρμόζονται στη νομιμότητα. Δυσκολεύεται να βρει ανθρώπους θύματα, όμως έχει πάσα ευκολία με τα ζώα. Το διήγημα «Το άλογο» είναι το πιο χαρακτηριστικό της κτηνωδίας. Γενικά, η σχέση του ανθρώπου με τα ζώα, τα οικόσιτα πρωτίστως, αποδίδεται σαν βασικό στοιχείο της ηθολογίας μας της υπαίθρου.

Μη οικόσιτα, λύκοι, αρκούδες, αλεπούδες δεν εμφανίζονται. Μόνο ένας ατυχής αστρίτης –το πιο δηλητηριώδες ερπετό μας– χτυπάει τη Δημήτρω του πρώτου διηγήματος και πέφτει ξερός, ενώ εκείνη χαροπαλεύει αλλά τη σκαπουλάρει.

Ομολογώ ότι δεν βρίσκω εξήγηση του μυστηρίου (του θανάτου του αστρίτη) ή τον συμβολισμό· γιατί η καλή μας η Δημήτρω ήταν μια δουλευταρού, γενναιόδωρη, αγαπησιάρα, σε τίποτα δεν μοιάζει με τον Ζαν Φρερόν, τον ιοβόλο γραφιά που σατιρίζει ο Βολταίρος σ’ ένα επίγραμμα του 1762:
Μια μέρα κάτω απ’ το πλατάνι / φίδι τσίμπησε τον Φρερόν τον Γιάννη / και τι απέγινε; Για δες, για κοίταξε, / το φίδι το καημένο είν’ που τα τίναξε

Τα οικόσιτα τα καημένα σώζουν την τιμή του ζωικού βασιλείου. Μπορεί να μην είναι πια «φωνήεντα» όπως στα χρόνια του Αισώπου ή του Λα Φονταίν, αλλά στην πιστότητα, την αθωότητα, τα αισθήματα υπερέχουν σε σύγκριση με τα ανθρωποειδή. Και στο ήθος, κάποτε και σε νοημοσύνη, όπως ο Καρράς του Τάση Βασκαντήρα, «άλογο συνετό και μυαλωμένο» (σ. 33).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.