Στο επίκεντρο της πολιτικής και κοινωνικής συζήτησης βρίσκεται για ακόμη μία φορά το ζήτημα των λεγόμενων «ιερών εκτάσεων» σε κοινότητες των Δήμων Πύργου και Ήλιδας, με τις τοποθετήσεις του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και του Ελληνικό Κτηματολόγιο να προκαλούν προβληματισμό στους κατοίκους.
Το θέμα αφορά εκτάσεις περίπου 20.000 στρεμμάτων στις τοπικές κοινότητες Κουτσοχέρας, Χειμαδιού και Ελαιώνα του Δήμου Πύργου, καθώς και στο Περιστέρι του Δήμου Ήλιδας, οι οποίες καλλιεργούνται εδώ και δεκαετίες από κατοίκους, αλλά διεκδικούνται από την Ιερά Μονή Αγίων Θεοδώρων Αροανίας.
Η υπόθεση επανήλθε στη Βουλή μετά από σχετική ερώτηση που κατέθεσαν ο βουλευτής Ηλείας του ΣΥΡΙΖΑ – Π.Σ. Διονύσης Καλαματιανός και η βουλευτής Επικρατείας Πόπη Τσαπανίδου, οι οποίοι ανέδειξαν την έντονη ανησυχία των κατοίκων για το ενδεχόμενο απώλειας των περιουσιών τους.
Στην απάντησή του, ο υφυπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης Χρήστος Δερμεντζόπουλος υπογράμμισε ότι το Υπουργείο παρακολουθεί στενά το ζήτημα που έχει προκύψει στο πλαίσιο της κτηματογράφησης, αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για εκκρεμότητες με ουσιαστικές συνέπειες για τις τοπικές κοινωνίες.
Όπως σημείωσε, βασικός στόχος είναι η δίκαιη και αποτελεσματική επίλυση του προβλήματος, ενώ μέσω του Κτηματολογίου διασφαλίζεται η συστηματική καταγραφή των εμπράγματων δικαιωμάτων, ώστε να υπάρχει σαφής εικόνα της υφιστάμενης κατάστασης. Παράλληλα, το Υπουργείο δηλώνει ότι θα συμβάλει ενεργά, σε συνεργασία με τα συναρμόδια Υπουργεία και τους εμπλεκόμενους φορείς, προκειμένου να διευκολυνθεί η εξεύρεση λύσης.
Από την άλλη πλευρά, το Ελληνικό Κτηματολόγιο, μέσω του προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου Αθανάσιος Λίπας, ξεκαθαρίζει ότι δεν είναι αρμόδιο για την επίλυση του ζητήματος. Όπως επισημαίνεται, ο ρόλος του φορέα περιορίζεται στην καταγραφή και αποτύπωση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, διαδικασία που συχνά φέρνει στην επιφάνεια χρόνιες εκκρεμότητες.
Ωστόσο, ο πρόεδρος του φορέα τονίζει ότι το Κτηματολόγιο είναι διατεθειμένο να παρέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία στις αρμόδιες αρχές, προκειμένου να διευκολυνθεί η επίλυση της υπόθεσης.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί ένα σύνθετο σκηνικό, καθώς από τη μία πλευρά υπάρχει πολιτική βούληση για επίλυση και από την άλλη θεσμικοί περιορισμοί ως προς τις αρμοδιότητες των εμπλεκόμενων φορέων. Την ίδια στιγμή, οι κάτοικοι των περιοχών παραμένουν σε καθεστώς αβεβαιότητας, με το ζήτημα να αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία τόσο σε τοπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο.
Η εξέλιξη της υπόθεσης αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η εξεύρεση λύσης θα κρίνει όχι μόνο την τύχη χιλιάδων στρεμμάτων γης, αλλά και την κοινωνική συνοχή στις πληγείσες κοινότητες.




